ἀθρόος

ἀθρόος
ἀθρόος
a all together

Ἰσθμοῖ τά τ' ἐν Νεμέᾳ θήσω φανέῤ ἀθρ O. 13.98

ἀθρόαις πέντενύκτεσσιν full P. 4.130

ταχὺ δὲ Καδμείων ἀγοὶ χαλκέοις σὺν ὅπλοις ἔδραμον ἀθρόοι N. 1.51

χθόνα

τοί ποτε καὶ στρατὸν ἀθρόον πέμψαν ἐς τὸν βαθὺν Τάρταρον Pae. 4.42

fig. ἐς κακότατ' ἀθρόαν complete P. 2.35
b close set (στέφανοι)

τῶν ἀθρόοις ἀνδησάμενοι θαμάκις ἔρνεσιν χαίτας I. 1.28

ὅντιν' ἀθρόοι στέφανοι χερσὶ νικάσαντ ἀνέδησαν ἔθειραν I. 5.8


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἁθρόος — ἀθρόος in crowds masc nom sg ἀθρόος in crowds masc/fem nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άθροος — ἄθροος, ον (Α) αθόρυβος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + θρόος ή θροῦς (= οχλαγωγία, συγκεχυμένος θόρυβος)] …   Dictionary of Greek

  • ἀθρόος — in crowds masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄθροος — ἀθρόος in crowds masc/fem nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθρόος — α, ο (AM ἀθρόος, α, ον, Α και ἄθρους, ουν) 1. ο κατά σωρούς εμφανιζόμενος, συμπυκνωμένος, συναγμένος, συγκεντρωμένος 2. σύμπας, ολόκληρος, συνολικός, συλλογικός αρχ. 1. συνεχής, αδιάλειπτος 2. αυτός που γίνεται αμέσως, διά μιας, ξαφνικά 3. πολύς …   Dictionary of Greek

  • αθρόος — α, ο συμπυκνωμένος, πολύς, άφθονος: Τις τελευταίες μέρες έγιναν αθρόες συλλήψεις φοιτητών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἁθροώτερον — ἀθρόος in crowds masc/fem acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds adverbial comp ἀθρόος in crowds masc acc comp sg ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg ἀθρόος in crowds masc acc comp sg (attic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθροώτατον — ἀθρόος in crowds masc/fem acc superl sg (attic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc superl sg (attic) ἀθρόος in crowds masc acc superl sg ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc superl sg ἀθρόος in crowds masc acc superl sg (attic) ἀθρόος in crowds neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθροώτερον — ἀθρόος in crowds masc/fem acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds adverbial comp ἀθρόος in crowds masc acc comp sg ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθρόα — ἀθρόος in crowds fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc pl ἁθρόᾱ , ἀθρόος in crowds fem nom/voc/acc dual ἁθρόᾱ , ἀθρόος in crowds fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθρόως — ἀθρόος in crowds masc/fem acc pl (attic doric) ἀθρόος in crowds adverbial ἀθρόος in crowds masc acc pl (doric) ἀθρόος in crowds adverbial (attic) ἀθρόος in crowds masc/fem acc pl (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”